
Γράφει οΓιώργος Λακόπουλος
Πριν από 14 χρόνια το εκλογικό «στάτους» της Μεταπολίτευσης τινάχθηκε στον αέρα. Ο ισχυρός δικομματισμός που χαρακτήριζε ως τότε τη λειτουργία της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας κατέρρευσε. Με φόντο τον διεθνή οικονομικό έλεγχο στον οποίο οδηγήθηκε η χώρα για να αποφύγει τη χρεοκοπία.
Το πρώτο κόμμα βγήκε από τις κάλπες της 12ης Μαΐου 2012 με ποσοστό μόλις 18,85% και 108 έδρες. Δεύτερο δεν ήταν αυτό που διεκδικούσε εναλλακτικά την κυβέρνηση από το 1977: κόλλησε στο 13,18% και 41 έδρες. Ούτε καν μαζί δεν μπορούσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση.
Το newsletter του iEidiseis καθημερινά στο inbox σου. Κάνε εγγραφή εδώ.
Τη θέση του ως δεύτερη πολιτική δύναμη πήρε ένα πρώην περιθωριακό κόμμα της Αριστεράς -με 16,79%.
Τέσσερις φορές πάνω από τις συνήθεις επιδόσεις του.
Η κάλπη επιφύλαξε και χειρότερες εκπλήξεις.
Ένα νεοναζιστικό μόρφωμα με ασήμαντη επιρροή ως τότε, μπήκε στη Βουλή με 6, 97% και ένας πρώην υφυπουργός της ΝΔ με ακραίες θέσεις, είδε το νεοϊδρυθέν κόμμα του να εκτοξεύεται στο 10,62%.
Ότι ένα πιο ήπιο κόμμα της Αριστεράς ανέβηκε στο με 6,11%, δεν άλλαξε την εικόνα της κοινοβουλευτικής αποδιάρθρωσης, στο πρώτο τεστ μετά την υπογραφή δυο Μνημονίων. Το παρελθόν με τα μεγάλα ποσοστά των δυο πρώτων κομμάτων που κυριαρχούσαν μεταπολιτευτικά κομμάτων – το 2009 είχαν: 43,92% το ΠΑΣΟΚ και 33,47% η ΝΔ – έδειχνε να σβήνει και παρά το σύστημα ενισχυμένης αναλογικής, στον ορίζοντα φάνηκε η ακυβερνησία.
Με δεξιοτεχνία ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας Κάρολος Παπούλιας ολοκλήρωσε τον κύκλο των διερευνητικών εντολών στον οποίο μετείχε και ο Χρυσαυγίτης Μιχαλολιάκος και οδήγησε σε νέες κάλπες.
Έντρομοι παράγοντες της Κομισιόν αναζητούσαν τη Μαρία Δαμανάκη -που μετείχε τότε στο Κολλέγιο των Επιτρόπων – για να τους βεβαιώσει ότι την επόμενη θα υπήρχε βιώσιμη κυβέρνηση ως συνομιλητής της «τρόικας»- ώστε να συνεχιστούν οι μνημονιακές δεσμεύσεις.
Στις επαναληπτικές του Ιουνίου το σύστημα κάπως ισορρόπησε -με προσπάθειες από πολλές πλευρές.
Η ΝΔ υπό τον Σαμαρά πλησίασε το 30% και ο ανερχόμενος πλέον Τσιπρας με τον ΣΎΡΙΖΑ, εγκαταστάθηκε οριστικά στο ρόλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με τρεις μονάδες πίσω.
Στο ΠΑΣΟΚ διατηρήθηκε το σοκ με κάτω από 13% και οι φασίστες της Χρυσής Αυγής έμειναν στη Βουλή με είκοσι έδρες. Τη συνεχεία την ξέρουμε. Ο δικομματισμός αποφασίσθηκε προσωρινά με τον ΣΎΡΙΖΑ στη θέση του ΠΑΣΟΚ και οι επιμέρους συσπειρώσεις αποδυναμωθήκαν στην πορεία. Για να υπάρξει επιστροφή σε ποσοστά αυτοδυναμίας, από τη ΝΔ υπό τον Μητσοτάκη.
Η αποτυχία του Τσίπρα – παρά το 32% στην ήττα του- να κρατήσει το κόμμα του σε ποσοστά κυβερνώσας δύναμης, και του ΠΑΣΟΚ να ξαναπάρει το ρόλο του ευνοεί τον σημερινό Πρωθυπουργό που άρχισε να βλέπει τρίτη κατά σειρά θητεία του- και πάντως να διατηρεί την πρώτη θέση.
Αλλά φαίνεται σαν δώρο άδωρο. Η αυξανομένη λαϊκή δυσφορία για την πολιτική του και η εμφάνιση νέων κομμάτων – σε μια σχέση αλληλοδιαμόρφωσης- διαμορφώνει, δημοσκοπικά τουλάχιστον, προβλέψεις για επιστροφή στον «μαύρο Μάιο» του 2012.
Δεν θα υπάρχει νεοφασιστικό κόμμα, αλλά η ακροδεξιά θα είναι παρούσα με δυο η τρεις εκπροσώπους και υπολογίσιμα ποσοστά.
Η ΝΔ του Μητσοτάκη απειλείται από το επικείμενο κόμμα Σαμαρά – με τον Καραμανλισμό ως «τίγρη στη μηχανή του- και οι Τσίπρας με αντίπαλο το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη ,εκτός από τη μάχη μεταξύ τους, πρέπει να αντιμετωπίσουν και την καινούργια η μουσαφίρισσα Μαρία Καρυστιανού – αν και δεν δείχνει να «το χει».
Διεκδικούν πάντως θέση στη Βουλή… μονοπρόσωπα κόμματα και πολιτικοί με σημαίες ευκαιρίας- υπολογίζοντάς στην ένταση και τον παραλογισμό που βρίσκει ακροατήρια…
Στα μνημονιακά χρόνια που συσσώρευαν συλλογικό θυμό, οι εκπλήξεις της κάλπης είχαν εξήγηση που δεν είναι ορατή στο σημερινό υπό διαμόρφωση εκλογικό τοπίο- που μπορεί να περιλαμβάνει ως και τρεις εκλογικές αναμετρήσεις σε λίγους μήνες.
Η κεντρική διαδικασία της Δημοκρατίας έχει πλέον έναν διογκούμενο αντίπαλο: την αποχή. Ήδη έχει περάσει το όριο του 40% σε προηγούμενες εκλογές. Τι είναι αυτό που μετατρέπει τις εκλογες σε τοπίο στην ομίχλη, από τον οποίο μπορεί να ξεπεταχθούν τέρατα, που ήδη τρομάζουν την Ευρώπη;
Μια εξήγηση είναι η κρίση αντιπροσώπευσης του πολιτικού συστήματος. Η συμπεριφορά κομμάτων και πολιτικών απαξιώνει την πολιτική και οδηγεί σε διασπορά την ψήφο των πολιτών που ψηφίζουν για να διαμαρτυρηθούν. Η απογοήτευση παίρνει τη θέση της πίστης για «καλύτερες μέρες» μέσω κυβερνητικής αλλαγής και η πολιτική και ιδεολογική αναμέτρηση δίνει τη θέση της στην επικοινωνία και την ομοιογένεια των προγραμμάτων -που δεν εμπνέουν πλέον, όπως και όσοι τα διατυπώνουν.
Δεύτερη εξήγηση είναι η έλλειψη ηγετών, που με την προσωπική ακτινοβολία τους να συσπειρώνουν μεγάλες ομάδες πληθυσμού . Δεν υπάρχουν πλέον παραταξιάρχες, μεγάλοι ρήτορες και προσωπικότητες με κύρος που θα διαμορφώνουν ρεύματα υποστηρικτών.
Η εκλογική ισχύς του Μητσοτάκη είναι καλύτερή από των άλλων γιατί τη διαχειρίζεται «επαγγελματικά» και ταυτόχρονα διατηρείται σχετικά η παραταξιακή συνειδητή στη βάση της ΝΔ. Σε αντίθεση με τον απέναντι χώρο, που έχασε αυτό το στοιχείο της συνοχής
Η τρίτη εξήγηση εστιάζει στην απονεύρωση των κομμάτων. Δεν είναι πλέον ανώτερη μορφή οργάνωσης του λαού και δεν προκαλούν διάθεση αγωνιστικής συμμετοχής στις γραμμές τους. Εξελίχθηκαν σε διάτρητους μηχανισμούς συμφερόντων και συσπειρώνουν όλο και περισσότερο τυχοδιωκτικά στοιχεία, παρά πολίτες που πιστεύουν σε κάτι. . Κανένα κόμμα και κανένας πολιτικός αρχηγός δεν συνδέεται με μεγάλα συλλογικά οράματα, και ιδέες που ακτινοβολούν.
Περισσότερο αποτελούν εκλεκτούς ισχυρών οικονομικών και μιντιακών κέντρων που χειραγωγούν το πολιτικό σύστημα – για να απομυζούν δημοσίους πόρους, με πολιτικές αποφάσεις που υπαγορεύουν.
Όταν και τα τρία ρεύματα του ιδεολογικού τόξου έχουν -αναλογικά- βεβαρυμμένο κυβερνητικό παρελθόν, οι επικοινωνιακές ωραιοποιήσεις που επιχειρούν οι μνηστήρες της εξουσίας, με τη συνδρομή χορηγών, περισσότερο εξοργίζουν παρά πείθουν.
Στις επόμενες εκλογές η απομυθοποίηση της πολιτικής, η αναξιοπιστία και το περιορισμένο βεληνεκές των πολιτικών και των απόψεων που διατυπώνουν, σε συνδυασμό με την επιδείνωση της ζωής της πλειοψηφίας τω ψηφοφόρων διαμορφώνουν εφιαλτικές τάσεις για τους συσχετισμούς στην επόμενη Βουλή- με κατακερματισμό και ακραίες δυνάμεις.
Το «τέλος της «Μεταπολίτευσης» μπορεί να είναι η κόλαση, που ο καθένας πολιτικός αρχηγός προσπαθεί να χρεώσει στον άλλον – και τελικά έχουν όλοι δίκιο…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου