Παρασκευή, Ιουλίου 19, 2019

Η αποκαθήλωση της Deutsche Bank





Περικοπές 18.000 θέσεων εργασίας, κατάργηση υπηρεσιών σε Νέα Υόρκη και Λονδίνο, πάγωμα απονομής μερίσματος μερικά μόνο από τα επώδυνα μέτρα για να σωθεί ο τραπεζικός γίγαντας


Οι ανακοινώσεις του διευθύνοντος συμβούλου της Deutsche Bank, Κρίστιαν Σιούινγκ, την Κυριακή 7 Ιουλίου ισοδυναμούσαν με οριστική και αμετάκλητη αλλαγή κατηγορίας στη δεύτερη, αν όχι χαμηλότερη, ταχύτητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος για την αγαπημένη τράπεζα του Αδόλφου Χίτλερ.

Του Λεωνίδα Βατικιώτη

leonidasvatikiotis@gmail.com

Παρ’ όλα αυτά, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει την Deutsche Bank, που διαδραμάτισε έναν ξεχωριστό ρόλο στην υπαγωγή της Ελλάδας στο καθεστώς των μνημονίων πριν από δέκα χρόνια, ότι για να καταφέρει να ενταχθεί στην Α’ Εθνική του χρηματοπιστωτικού συστήματος και να μπορεί να στέκεται δίπλα δίπλα με την Goldman Sachs δεν ενεπλάκη σε κάθε είδους απάτη που στήθηκε τα προηγούμενα χρόνια.



Ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Για να μείνουμε μόνο στην εποχή που εγκαινιάστηκε με τη χρηματοοικονομική κρίση, ο κατάλογος περιλαμβάνει την πώληση τοξικών ομολόγων μεταξύ 2005 και 2007 σε επενδυτές που αγνοούσαν τη σύνθεσή τους (υπόθεση για την οποία η γερμανική τράπεζα κατέβαλε κατόπιν συμβιβασμού πρόστιμο ύψους 7,2 δισ. δολαρίων), τη χειραγώγηση του επιτοκίου Libor (για την οποία τιμωρήθηκε με πρόστιμο ύψους 2,5 δισ. δολαρίων).

ξέπλυμα χρήματος Ρώσων ολιγαρχών (υπόθεση για την οποία καταδικάστηκε με πρόστιμο 630 εκατ. δολαρίων από τις αμερικανικές και τις βρετανικές εποπτικές Αρχές), παραβίαση των αμερικανικών κυρώσεων σε Ιράν, Συρία, Λιβύη και Σουδάν (ορμώμενη, φυσικά, όχι από κάποια αντιιμπεριαλιστικά κίνητρα, αλλά από υψηλές προμήθειες), μέχρι και ότι κατασκόπευε δυνάμει επικριτές της, στους οποίους συμπεριλαμβανόταν και ένας δημοσιογράφος!

Η έφεσή της στον κίνδυνο αποδεικνύεται επίσης από τα δάνεια που χορηγούσε στον Ντόναλντ Τραμπσε μια εποχή που καμία αμερικανική τράπεζα δεν του δάνειζε ούτε σεντ…
Οι ανατροπές



Η προθυμία της Deutsche Bank να συμμετέχει σε κάθε είδους οικονομικό σκάνδαλο που θεωρητικά ανοίγει διάπλατες τις πόρτες για την κορυφή δεν κατάφερε, ωστόσο, να εγγυηθεί τη γερμανική παρουσία στην κορυφή του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού τομέα.

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης που εξήγγειλε ο Κρίστιαν Σιούινγκ περιλαμβάνει την κατάργηση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών που έχουν την έδρα τους στη Νέα Υόρκη και το Λονδίνο και τη συρρίκνωση της επενδυτικής τραπεζικής, με αποτέλεσμα την περικοπή 18.000 θέσεων εργασίας μέχρι το 2022, που σημαίνει ότι το προσωπικό της θα μειωθεί στα 74.000 άτομα από 91.500 που εργάζονται σήμερα.

Το οικονομικό κόστος της αναδιάρθρωσης θα ανέλθει στα 7,4 δισ. ευρώ, η τράπεζα δεν πρόκειται να διανείμει μέρισμα τα επόμενα δύο χρόνια, ενώ μόνο το β’ τρίμηνο του τρέχοντος έτους οι απώλειες από την εφαρμογή του σχεδίου θα ανέλθουν σε 2,8 δισ. ευρώ.

Το σχέδιο αναδιάρθρωσης δεν καταστρώθηκε σε κενό αέρα ούτε αποτελεί επιθετική κίνηση. Αποτέλεσε την (καθυστερημένη για πολλούς) αντίδραση της τράπεζας τόσο απέναντι στην κατακρήμνιση της μετοχής της, που έχει χάσει το 95% της αξίας της από το ανώτατο σημείο που είχε φτάσει το 2007, όσο και απέναντι στην απώλεια πολλών πελατών, που έπαψαν να εμπιστεύονται την τράπεζα σε ό,τι αφορά στη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων.

Πριν, δηλαδή, αποσυρθεί επισήμως και τυπικά η Deutsche Bank από την επενδυτική, είχαν αποσυρθεί οι επενδυτές από την Deutsche Bank… Τα σχέδια επομένως της Deutsche Bank, όσο κι αν ενδύθηκαν με μεγαλοστομίες για στήριξη των διεθνών σχεδίων των γερμανικών επιχειρήσεων, απλώς προσπαθούν να περιορίσουν τη ζημιά.

Τα σχέδια αναδιάρθρωσης έρχονται επίσης όταν το νούμερο ένα σε προτεραιότητα σχέδιο αποτυγχάνει για πολλοστή φορά. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τη συγχώνευση της Deutsche Bank με την Commerzbank, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας εθνικός πρωταθλητής που θα επιβάλει την κυριαρχία του στην Ευρώπη και θα μπορεί να ανταγωνιστεί επάξια τους αμερικανικούς κολοσσούς.

Οι εντατικές διαπραγματεύσεις, που διήρκεσαν έξι εβδομάδες, υπό την επίνευση, μάλιστα, του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, Ολαφ Σολτς, που κατ’ επανάληψη εξέφρασε τη συμφωνία του Βερολίνου στο υπό συζήτηση σχέδιο, έληξαν στις 25 Απριλίου με μια λιτή ανακοίνωση που επαναλάμβανε ό,τι λέγεται σε αυτές τις περιπτώσεις: ότι οι κίνδυνοι είναι πολύ μεγαλύτεροι από τα σίγουρα αναμενόμενα οφέλη.

Το «συνοικέσιο» είχε συγκεντρώσει την κριτική των γερμανικών συνδικάτων εξαιτίας των περικοπών πιθανότατα ακόμη και 30.000 θέσεων εργασίας από ένα συνολικό προσωπικό 140.000 εργαζομένων, όπως και των Πρασίνων. Η δήλωση, μάλιστα, εκπροσώπου τους έβαλε το δάχτυλο επί τον τύπον των ήλων: «Κανείς δεν μπορεί ακόμη να εξηγήσει γιατί έχει νόημα μια ακόμη μεγαλύτερη υψηλού κινδύνου τράπεζα».
Τα ιταλικά ομόλογα



Με βάση εξειδικευμένη αρθρογραφία, ένας από τους λόγους που το σχέδιο συγχώνευσης έμεινε στα χαρτιά αφορούσε στις επενδύσεις ύψους 8,4 δισ. ευρώ της Commerzbank σε ιταλικά ομόλογα που θεωρούνται πλέον πολύ υψηλού κινδύνου. Η υποβολή των σχεδίων συγχώνευσης στις εποπτικές Αρχές προς έγκριση γεννούσε τον κίνδυνο μιας απόφασης ανακεφαλαιοποίησης της νέας συγχωνευμένης τράπεζας έτσι ώστε να καλυφθεί ο κίνδυνος.

Γνωστό επίσης είναι ότι η Deutsche Bank μέχρι και τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 πραγματοποιούσε τα μεγαλύτερα κέρδη της από την έκδοση και διαπραγμάτευση παραγώγων. Εκτοτε έχει μείνει με ένα χαρτοφυλάκιο παραγώγων που αντιστοιχούν σε αξίες ύψους 45 τρισ. δολαρίων.

Το ποσό είναι μυθικό, απ’ όποια σκοπιά και να το προσεγγίσουμε. Και τόσο μεγάλο που επιβεβαιώνει τις φήμες ότι η Deutsche Bank αποτελεί την επόμενη Lehman Brothers – με τη διαφορά ότι αυτή η βόμβα βρίσκεται στη δική μας αυλή. Μπροστά σε αυτή την απειλή, το σχέδιο αναδιάρθρωσης, παρά το μεγάλο κοινωνικό κόστος που θα προκαλέσει, μοιάζει μάλλον με σταγόνα στον ωκεανό…

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 110 της «Νέας Σελίδας» το Σάββατο 13 Ιουλίου 2019.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου