Τρίτη, Αυγούστου 26, 2025

Μακρόν, Μερτς, Στάρμερ: Οι τρεις «ηγέτες του πολέμου» χάνουν τη μάχη στη χώρα τους Σε πολιτική και οικονομική κρίση Γαλλία, Γερμανία και Βρετανία. Οι τρεις ηγέτες βρίσκονται υπό πίεση.





AP Photo/Kin Cheung, Pool
 
 
 


Η εμπροσθοφυλακή των προθύμων, τρεις ηγέτες ευρωπαϊκών γιγάντων που διαδραματίζουν κομβικό ρόλο για τις παγκόσμιες εξελίξεις, βρίσκονται με την πλάτη στον τοίχο καθώς οι εγχώριες εξελίξεις είναι δυσμενείς.

Ο Εμανουέλ Μακρόν, βλέπει επτά στους δέκα Γάλλους να ζητούν την παραίτησή του από τον προεδρικό θώκο την ώρα που ο εκλεκτός του, ο Φρανσουά Μπαϊρού καταρρέει μην έχοντας κυβερνητική πλειοψηφία και αδυνατώντας να περάσει τις δρακόντειες περικοπές του.


Στη Γαλλία, ο ακροδεξιός Εθνικός Συναγερμός βρίσκεται άνετα στην πρώτη θέση στις δημοσκοπήσεις, ακόμη και με την ηγέτιδά του Μαρίν Λεπέν να έχει αποκλειστεί από το να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία το 2027 για υπεξαίρεση κονδυλίων της ΕΕ.

Ο Φρίντριχ Μερτς, αν και μετρά λίγο καιρό στη γερμανική Καγκελαρία, βλέπει την γερμανική οικονομία να καταρρέει και τον εαυτό του να διολισθαίνει στις δημοσκοπήσεις.

Στη Γερμανία, μια νέα δημοσκόπηση την περασμένη εβδομάδα διαπίστωσε ότι το AfD – το οποίο μαστίζεται από ναζιστικά σκάνδαλα και παρακολουθείται από τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες ως ύποπτο εξτρεμιστικό – είναι οριακά το πιο δημοφιλές κόμμα στη χώρα.

Προβλήματα αντιμετωπίζει και ο τρίτος πόλος της συμμαχίας των προθύμων, ο Κιρ Στάρμερ. Ο Βρετανός πρωθυπουργός βρίσκεται σε οικονομική τρικυμία ενώ πολιτικά πιέζεται από τον Νάιτζελ Φάρατζ.







Συγκεκριμένα, στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Μεταρρυθμιστικό Κόμμα του Νάιτζελ Φάρατζ έχει διψήφιο προβάδισμα έναντι τόσο του κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος όσο και των Συντηρητικών, που κυριαρχούν στη βρετανική πολιτική σκηνή εδώ και έναν αιώνα.

Προβάδισμα της Ακροδεξιάς στις 4 μεγαλύτερες χώρες της Ευρώπης: Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία και Ιταλία
Εκρηκτικό «κοκτέιλ» στη Γαλλία

Το κόστος δανεισμού της Γαλλίας εκτινάχθηκε την Τρίτη (26/8) στο υψηλότερο επίπεδο από τον Μάρτιο, ενώ οι μετοχές κατέγραψαν πτώση για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα, καθώς η κυβέρνηση Μπαϊρού ανακοίνωσε πως θα ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης.

Οι επενδυτές – όπως και οι πολιτικοί αναλυτές – προεξοφλούν την κατάρρευση της κυβέρνησης και μια νέα περίοδο πολιτικής αναταραχής στη Γαλλία. Οι πολιτικές του Εμανουέλ Μακρόν έχουν οδηγήσει τη Γαλλία σε σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα, ενώ από τον Ιούνιο του 2024 μαστίζεται και από πολιτική κρίση λόγω της αδυναμίας σχηματισμού μιας σταθερής κυβέρνησης για να προωθήσει ένα πρόγραμμα λιτότητας για μείωση του δημόσιου χρέους και των υψηλών ελλειμμάτων.

Ο πρωθυπουργός Φρανσουά Μπαϊρού ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι θα διεξαχθεί ψήφος εμπιστοσύνης στις 8 Σεπτεμβρίου σχετικά με το σχέδιό του για περικοπές και φόρους ύψους 44 δισεκατομμυρίων ευρώ, καθώς η χώρα βρίσκεται σε καθεστώς υψηλού ελλείμματος βάσει των ορίων της ΕΕ. Την ίδια στιγμή ωστόσο ο Εμανουέλ Μακρόν ηγείται των πρωτοβουλιών για υψηλότερες στρατιωτικές δαπάνες για το ουκρανικό, γεγονός που έχει πυροδοτήσει πολλές συζητήσεις στο εσωτερικό της χώρας – αλλά και στο εξωτερικό.


«Αν δεν έχεις πλειοψηφία, η κυβέρνηση πέφτει», δήλωσε ο Φρανσουά Μπαϊρού τη Δευτέρα, προαναγγέλλοντας έμμεσα το τέλος της κυβέρνησής του, η οποία δεν διαθέτει την πλειοψηφία στο κοινοβούλιο και στηρίζεται στην ανοχή της ακροδεξιάς. Η επικεφαλής της «Εθνικής Συσπείρωσης» Μαρίν Λεπέν έχει απορρίψει το οικονομικό πρόγραμμα, όπως και τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης (η «Ανυπότακτη Γαλλία» και οι Σοσιαλιστές), και όλα δείχνουν πως η ψήφος εμπιστοσύνης θα είναι και το «κύκνειο άσμα» της κυβέρνησης Μπαϊρού.

Ο υπουργός Οικονομικών, Ερίκ Λομπάρ, ανέφερε την Τρίτη ότι η κυβέρνηση «σίγουρα δεν έχει παραιτηθεί» μπροστά στο ενδεχόμενο ήττας στην ψηφοφορία εμπιστοσύνης. Ωστόσο προειδοποίησε πως υπάρχει κίνδυνος να παρέμβει το ΔΝΤ σε περίπτωση κατάρρευσης της κυβέρνησης τον επόμενο μήνα. «Αυτός είναι ο κίνδυνος που έχουμε μπροστά μας… [ότι] η χρηματοοικονομική κατάσταση θα επιδεινωθεί, κάτι που θέλουμε και πρέπει να αποφύγουμε. Αλλά δεν μπορώ να σας πω ότι αυτός ο κίνδυνος δεν υπάρχει», δήλωσε στο ραδιόφωνο France Inter.

Εάν η κυβέρνηση καταρρεύσει, συνέχισε, το κόστος δανεισμού της Γαλλίας θα ξεπεράσει αυτό της Ιταλίας «εντός 15 ημερών», προσθέτοντας ότι «θα είμαστε πραγματικά οι τελευταίοι από τους 27 στην Ευρώπη».

Δημοσκόπηση-κόλαφος στη Γαλλία: 7 στους 10 ζητούν την παραίτηση του Μακρόν
Στο χείλος του γκρεμού και η Βρετανία

Αντιμέτωπη με σοβαρά δημοσιονομικά προβλήματα βρίσκεται η κυβέρνηση της Βρετανίας, με οικονομολόγους να κάνουν λόγο για κίνδυνο μιας επανάληψης της καταστροφικής οικονομικής κρίσης του 1976. Η εκτόξευση του δημόσιου χρέους και του κόστους δανεισμού πυροδοτούν αντιδράσεις και προειδοποιήσεις από κορυφαίους οικονομικούς αναλυτές για την οικονομική πολιτική των Εργατικών.


Πριν από σχεδόν 50 χρόνια και τότε μια κυβέρνηση των Εργατικών υπό τον Τζέιμς Κάλαχαν είχε αναγκαστεί να προσφύγει στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, καθώς τα ελλείμματα και ο πληθωρισμός στη Βρετανία είχαν ξεφύγει από κάθε έλεγχο.

Το πακέτο διάσωσης συνοδευόταν από βαριές περικοπές στις δημόσιες δαπάνες με αποτέλεσμα λίγα χρόνια αργότερα οι Εργατικοί να καταρρεύσουν και να ανέλθουν στην εξουσία οι Συντηρητικοί με την Μάργκαρετ Θάτσερ.

Σήμερα, οικονομολόγοι προειδοποιούν την υπουργό Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς για τους ίδιους κινδύνους. Οι οικονομικές προβλέψεις δείχνουν τεράστιο δημοσιονομικό έλλειμμα με μια «μαύρη τρύπα» που αγγίζει τις 50 δισεκατομμύρια λίρες (περίπου 58 δισ. ευρώ), ενώ οι τόκοι για το δημόσιο χρέος ξεπερνούν πλέον τις 111 δισ. λίρες.

Το χρέος ανέρχεται στο 96% του ΑΕΠ – περίπου 2,7 τρισ. λίρες – ένα από τα υψηλότερα πλέον στον ανεπτυγμένο κόσμο. Το κόστος δανεισμού της κυβέρνησης έχει εκτιναχθεί, με τις αποδόσεις των 30ετών ομολόγων να ξεπερνούν το 5,5%, υψηλότερες ακόμη και από αυτές της Ελλάδας.

Η οικονομική πολιτική των Εργατικών – σε συνδυασμό και με τις αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες για την υποστήριξη του πολέμου στην Ουκρανία – πιέζουν την βρετανική οικονομία και σύμφωνα με τους οικονομολόγους αναζωπυρώνουν τον κίνδυνο επιστροφής σε μια εποχή υψηλού στασιμοπληθωρισμού και υπερβολικού δανεισμού, μιας κρίσης δηλαδή αντίστοιχης με αυτήν που είχε οδηγήσει τη χώρα στο δρόμο του ΔΝΤ.


Η κατάσταση της οικονομίας έχει προκαλέσει καταιγισμό πυρών και από την αντιπολίτευση. Τόσο οι Συντηρητικοί, όσο και ο ηγέτης του Reform UK, Νάιτζελ Φάρατζ, κατακεραυνώνουν την κυβέρνηση για «καταστροφική κακοδιαχείριση».

Η Κέμι Μπάντενοχ, που διαδέχτηκε τον Ρίσι Σούνακ στην ηγεσία του Συντηρητικού Κόμματος (Τόρις), τόνισε στην Telegraph: «Έχουμε ξαναβρεθεί εδώ. Μετά το πακέτο διάσωσης του ΔΝΤ και τον “χειμώνα της δυσαρέσκειας” τη δεκαετία του ’70. Μετά την κρίση του 2008. Και στις δύο περιπτώσεις, ήταν το Συντηρητικό Κόμμα που ανέλαβε να σταθεροποιήσει το πλοίο, να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη και να βάλει τα θεμέλια για ανάκαμψη. Θα συμβεί ξανά».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου